«Τα πήραμε τα Γιάννενα» έγραφε έμπλεος ενθουσιασμού ο ποιητής Γεώργιος Σουρής μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Και τα χρόνια πέρασαν και η Ιστορία θυμάται ακόμα τον Εσάτ Πασά που παρέδωσε το σπαθί του και ουδείς το αποδέχτηκε, αλλά και τα άλογα του ελληνικού στρατού, που όσα επέζησαν των μαχών, του χειμώνα και της πείνας επέστρεψαν δίχως ουρές!

Μετρούσε πάνω από 480 χρόνια στον τουρκικό ζυγό. Ήταν η πόλη του εμπορίου, της αργυροχρυσοχοΐας, η πόλη των θρύλων του Αλή Πασά: τα Γιάννινα! Μια μέρα σαν σήμερα, 21 Φεβρουαρίου του 1913, ο ελληνικός στρατός μπαίνει απελευθερωτής στην σπουδαία πόλη της Ηπείρου!

Το προηγούμενο βράδυ, ο διοικητής της πόλης των Ιωαννίνων, Εσάτ Πασάς, διαβλέποντας ότι όλα είχαν τελειώσει, ζήτησε με απεσταλμένους του να παραδώσει τα Γιάννινα.

Οι πολεμικές επιχειρήσεις είχαν αρχίσει από το Νοέμβριο κι’ είχαν κρατήσει σχεδόν τρεις μήνες· όταν κατέρρευσε η τουρκική άμυνα, ο Εσάτ Πασάς παραδόθηκε στον διάδοχο Κωνσταντίνο. Στις μάχες για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ο ελληνικός στρατός μέτρησε 284 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες για τους Τούρκους ήταν πάνω από 2.800 νεκροί και 8.600 αιχμάλωτοι.

Ο Γιαννιώτης Πασάς και το τιμημένο ξίφος του


Ο Εσάτ Πασάς ήταν Έλληνας στην καταγωγή με παππού από την Ελάτη Ζαγορίου και γιαγιά από το Σούλι. Μάλιστα η εγγονή του Εσάτ Πασά, όταν κάποτε επισκέφτηκε τα Γιάννινα, είπε ότι η γιαγιά της τον αποκαλούσε Γιαννιώτη Πασά! Ο πατέρας του Εσάτ Πασά ήταν επί χρόνια δήμαρχος των Ιωαννίνων. Ο Εσάτ και ο αδελφός του είχαν φοιτήσει στη Ζωσιμαία Σχολή και η μητρική τους γλώσσα ήταν η ελληνική.

Ο Εσάτ ήταν υπότροφος της Ακαδημίας Πολέμου του Βερολίνου, όπου φοιτούσε και ο διάδοχος Κωνσταντίνος, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά. Οι δυο παλιοί γνώριμοι και φίλοι θα βρεθούν στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα τον χειμώνα του 1913.

Το στρατιωτικό εθιμοτυπικό επέβαλλε την παράδοση του στρατιωτικού ξίφους του ηττημένου στον νικητή. Ο Εσάτ Πασάς, ο ηττημένος από τον ελληνικό στρατό, παρέδωσε το ξίφος του στον διάδοχο Κωνσταντίνο αλλά εκείνος δεν το δέχτηκε σε ένδειξη σεβασμού για τον γενναίο αντίπαλό του. Αργότερα ο Εσάτ Πασάς έστειλε ως δώρο το τιμημένο ξίφος του στον θαυμαστή του – λοχαγό τότε και μετέπειτα δικτάτορα – Θεόδωρο Πάγκαλο, του οποίου η οικογένεια το διατηρούσε ως κειμήλιο μέχρι πριν από λίγα χρόνια.


Και ο Θεόδωρος Πάγκαλος δεν είχε δεχτεί να πάρει το σπαθί του Εσάτ Πασά το 1913. Από τον Φεβρουάριο του 2015 το εμβληματικό ξίφος του Εσάτ Πασά κοσμεί τις προθήκες της Έκθεσης Κειμηλίων του αγώνα απελευθέρωσης της Ηπείρου, στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων στο Ιτς Καλέ.

Μετά την παράδοση των Ιωαννίνων και με τη μεσολάβηση ξένων Προξένων ως εγγυητών, ο Εσάτ Πασάς παρέμεινε αιχμάλωτος των Ελλήνων επί 9 μήνες· όταν απελευθερώθηκε, αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη και τον Δεκέμβριο του 1913, διορίστηκε διοικητής στην Καλλίπολη / Ελλήσποντος Δαρδανέλια Τροία.

Αν και οι περισσότερες αφηγήσεις περί της ολέθριας για τους Βρετανούς- Αυστραλούς Εκστρατείας της Καλλίπολης εστιάζουν στο ρόλο του διοικητή της V Στρατιάς, γερμανού στρατηγού Λίμαν φον Σάντερς, και του Μουσταφά Κεμάλ, ο Εσάτ Πασάς ήταν εκείνος που προετοίμασε την οθωμανική άμυνα πριν από τη μάχη. Και είναι εκείνος στον οποίο θα έπρεπε να πιστωθεί η επιτυχία, αλλά...

Τον Οκτώβριο του 1915, ο Εσάτ διορίστηκε αρχηγός του τουρκικού στρατού και το 1920 υπουργός Ναυτικού. Ο Εσάτ πασάς (Mehmet Esat Pasha) είχε γεννηθεί στα Ιωάννινα στις 19 Οκτωβρίου του 1862 και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 2 Νοεμβρίου 1952, σε ηλικία 90 χρονών.

Τα άλογα βρήκαν να φάνε…

Στις λεπτομέρειες τώρα της εκστρατείας, που όμως έκριναν το αποτέλεσμα αναφέρονται οι κάκιστες καιρικές συνθήκες. Ο χειμώνας του 1912 -13 και οι ελλείψεις της επιμελητείας του στρατού είχαν απλώσει την πείνα στις μαχόμενες στην Ήπειρο δυνάμεις. Εκτός από τις σοβαρότατες ανθρώπινες απώλειες, έχει καταγραφεί και μεγάλος αριθμός ζώων που πέθαναν από την πείνα και το κρύο. Η Στρατιά της Ηπείρου θύμιζε τη Μεγάλη Στρατιά του Ναπολέοντα Βοναπάρτη κατά την υποχώρησή της από τη Ρωσία, εκατό χρόνια πριν. Επιζήσαντες στρατιώτες του ιππικού, αλλά και του πυροβολικού δεν ξέχασαν ποτέ πώς τα περισσότερα από τα άλογά τους τότε έμειναν δίχως ουρές! Λόγω της πείνας τους, τα ζώα καταβρόχθιζαν το ένα την ουρά του άλλου!


Και οι πόλεμοι στη Γη, συνεχίζονται με αμείωτη ένταση...

ethnos.gr



ΕΣΣΑΤ, Ο ΓΙΑΝΝΙΩΤΗΣ ΠΑΣΑΣ. Δημοσιεύθηκε στον ΠΡΩΙΝΟ ΛΟΓΟ Ιωαννίνων την 20η Φεβρουαρίου 2015. Άρθρο του ΜΙΧΑΛΗ ΧΡ. ΠΑΝΤΟΥΛΑ, Φιλολόγου-ερευνητή, πρώην Βουλευτή Ιωαννίνων Για τη συγγραφή του παρόντος επετειακού άρθρου αφορμή στάθηκαν δύο γεγονότα. Το πρώτο έχει να κάνει με την επιστροφή στα Ιωάννινα, ύστερα από εκατόν δύο χρόνια, του σπαθιού του Εσσάτ Πασά που παρέδωσε την πόλη στον Ελληνικό Στρατό. Από τις 18 Φεβρουαρίου 2015 βρίσκεται στις προθήκες της Έκθεσης Κειμηλίων του αγώνα απελευθέρωσης της Ηπείρου, στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων στο Ιτς Καλέ. Πρόκειται για κειμήλιο της οικογένειας του Θεόδωρου Πάγκαλου, ο οποίος ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα της δημοτικής αρχής. Το σπαθί περιήλθε στην κατοχή του παππού του, λοχαγού τότε του Επιτελείου του Διαδόχου Κωνσταντίνου. Το έστειλε από την Κωνσταντινούπολη ο ίδιος ο Εσσάτ Πασάς, δώρο στον ευεργέτη του Θεόδωρο Πάγκαλο, για την τετράμηνη φιλοξενία που του παρείχε στο πατρικό σπίτι στην Ελευσίνα ύστερα από πρότασή του στον Κωνσταντίνο και την ανάληψη, προσωπικώς, της ευθύνης για ό,τι ήθελε συμβεί. Είναι προφανές ότι το σπαθί του Εσσάτ, στο οποίο είναι χαραγμένα τα σύμβολα του πασά, αποτελεί ένα σημαντικό τεκμήριο της Έκθεσης που προαναφέρθηκε. Και μία λεπτομέρεια που δεν είναι γνωστή. Κατά την τελετή, όπου ως γνωστόν ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε να παραλάβει από τον ηττημένο Εσσάτ το ξίφος του, συνέβη το ίδιο και με το λοχαγό Πάγκαλο. Αρνήθηκε και εκείνος να ανταποκριθεί σε αντίστοιχη κίνηση του Εσσάτ, όταν πληροφορήθηκε την πρωτοβουλία του προς το Διάδοχο και τη θετική για το πρόσωπό του εξέλιξη. Το δεύτερο γεγονός συνδέεται με την πρόσφατη ιδιωτική επίσκεψη, στο μεσοδιάστημα μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, της εγγονής του Εσσάτ Πασά στα Ιωάννινα, τη γενέθλια πόλη του παππού της. Η ίδια ανέφερε στους συνομιλητές της ότι η προγιαγιά της, μητέρα του Εσσάτ, που κατάγονταν από το Σούλι δεν τον αποκαλούσε ποτέ πασά των Ιωαννίνων αλλά Γιαννιώτη πασά. Η επίσκεψη της στα Ιωάννινα, φιλοξενούμενη από ζεύγος Ελλήνων Κωνσταντινουπολιτών, ήταν, μάλλον, εκπλήρωση τάματος στη μνήμη του παππού της. Έτσι μόνο δικαιολογείται το γεγονός ότι η φωτογραφία, που χάρισε στους ανθρώπους με τους οποίους συναντήθηκε στα Ιωάννινα, αποθανάτιζε την ίδια στην αγκαλιά του ογδοντάχρονου Εσσάτ, βγαλμένη στις 5.3.1942 στην Αλικαρνασσό/ Μπουντρούμ της Τουρκίας. Ο Εσσάτ πασάς (Mehmet Esat Pasha) γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 19 Οκτωβρίου 1862 και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 2 Νοεμβρίου 1952, άγοντας το ενενηκοστό έτος της ηλικίας του. Ο πατέρας του διετέλεσε για πολλά χρόνια δήμαρχος Ιωαννίνων. Ο ίδιος και ο αδελφός του Βαχήπ φοίτησαν στη Ζωσιμαία Σχολή, καθώς μητρική τους γλώσσα ήταν η Ελληνική. Το ομολόγησε και ο ίδιος σε Ηπειρώτη δημοσιογράφο, στη Θεσσαλονίκη, ότι κατά την απογραφή του πληθυσμού που συνέπεσε με την επίσκεψή του στην Ελλάδα (1920) ως μητρική γλώσσα δήλωσε την ελληνική και επάγγελμα πασάς των Ιωαννίνων. Πάντως οι έως τώρα γνωστές γραπτές πηγές και η προφορική παράδοση μαρτυρούν ότι ήταν απόγονος εξισλαμισμένων Ελλήνων από την οικογένεια των Γλυκήδων και άλλη από την Ελάτη Ζαγορίου. Περί του Εσσάτ πασά από εμένα αυτά τα ολίγιστα, καθώς θεώρησα επωφελέστερη την αναδημοσίευση του πρώτου κειμένου που γράφτηκε γι’ αυτόν την επόμενη της απελευθέρωσης της πόλης των Ιωαννίνων. Δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδο στις 22.2.1913 στην εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ των Αθηνών κάτω από τον τίτλο: Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΣΣΑΣ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ και φέρει την υπογραφή του Ηπειρώτη λογοτέχνη, δημοσιογράφου και πολιτικού Χρήστου Χρηστοβασίλη. Το σημαντικό αυτό άρθρο, που φαίνεται να απηχεί την άποψη της Χριστιανικής κοινότητας των Ιωαννίνων, έχει ως εξής: Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΣΣΑΣ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ Είναι υιός δευτερότοκος του επι πολλά έτη χρηματίσαντος Δημάρχου Ιωαννίνων Αχμέτ Βαχήπ εφάνδη, του επικληθέντος Χαλαστή. Άγει το 50ον περίπου έτος της ηλικίας του και φέρει από πολλών ήδη ετών τον βαθμό του αντιστρατήγου, ένεκα της μεγάλης στρατιωτικής αξίας. Είνε ανήρ ευθύς, τίμιος, ελεήμων, φιλάνθρωπος, ευγενής και αρτιώτατα στρατιωτικώς πεπαιδευμένος, ωραιότατος και συμπαθέστατος. Υπήρξε μαθητής του Γκόλτς πασσά [Φον Ντερ Γκόλτς, Γερμανός πολιτικός μηχανικός που οχύρωσε το Μπιζάνι], ο οποίος κατά τις εξετάσεις του εν τη Στρατιωτική Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως, τον είχε συστήσει λόγω του αρίστου βαθμού, ούτινος δικαίως ηξιώθη, ως υπότροφον της Τουρκικής Κυβερνήσεως εις την Στρατιωτικήν Ακαδημίαν του Βερολίνου. Αλλ’ αντ’ αυτού εστάλη συμμαθητής του τις, Εσσάτ και ούτος καλούμενος, αλλά μη έχων την απαιτουμένην αξίαν. Μετά τινά καιρόν συναντήσας αυτόν ο Γκολτς πασσάς εξεπλάγη διότι τον έβλεπεν εν Κωνσταντινουπόλει, ενώ τον ενόμιζεν εν Βερολίνω, και ούτως επληροφορήθη ότι έτερος είχε σταλή εκεί αντ’ αυτού. Μετέβη αμέσως παρά τω Σουλτάν Χαμίτ και εζήτησεν ως χάριν παρ’ αυτού προσωπικήν την αποστολήν του Εσσάτ τούτου εις Βερολίνον προς ευρυτέραν σπουδήν της στρατιωτικής τέχνης, εξηγήσας την μεγάλην αξίαν του νεαρού αξιωματικού όπερ και με μεγάλην ευχαρίστησιν εδέχθη ο Σουλτάνος. Μετά διαμονήν οκτώ ετών εν Βερολίνω, όπου συμμαθήτευσε και μετά της Α.Β. Υψηλότητος του Διαδόχου Κωνσταντίνου, ο Εσσάτ επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν ταγματάρχης των Γενικών Επιτελών και διωρίσθη υπασπιστής του Σουλτάνου και καθηγητής των ανωτέρων στρατιωτικών μαθημάτων εν τη αυτόθι Στρατιωτική Σχολή. Επί της καθηγεσίας του Εσσάτ πασσά αι εν Κωνσταντινουπόλει Στρατιωτικαί Σχολαί ήλλαξαν τελείως όλαι επί τα βελτίω, ένεκα δε της μεγάλης του επιστημονικής αξίας προήχθη ταχέως εις υποστράτηγον και αντιστράτηγον. Τον βαθμόν δε τούτον είχεν εν Θεσσαλονίκη ότε εκηρύχθη το Σύνταγμα. Ο Εσσάτ πασσάς δικαίως εθεωρήθη ως κορωνίς του Τουρκικού στρατού και ως τοιούτω τω ανετέθη η άμυνα της ιδιαιτέρας πατρίδος του, των Ιωαννίνων, ην ετίμησε και ως αξιωματικός και ως Ιωαννίτης. Η πόλις των Ιωαννίνων οφείλει μεγάλην ευγνωμοσύνην εις τον γενναίον πρόμαχόν της, διότι και την τάξιν ετήρησεν ακεραίαν καθ’ όλον το διάστημα του πολέμου και τα άτακτα αλβανικά στοιχεία ετιμώρησε, πολλούς Αλβανούς κρεμάσας δια διάφορα εγκλήματα κατά των χριστιανών. Τούτο μόνον αρκεί να ίπωμεν προς τιμήν αυτού ότι καθ’ όλον το διάστημα του πολέμου οι Έλληνες των Ιωαννίνων εξήρχοντο μετά των συζύγων και θυγατέρων των εις περίπατον και δεν εγένετο η παραμικρά προσβολή κατ’ αυτών εκ μέρους του ατιθάσου Τουρκικού στρατού. Ο Εσσάτ πασσάς εκτός της Ελληνικής, ήτις είνε η μητρική αυτού γλώσσα, και της τουρκικής, εις ην εσπούδασε τα εγκύκλιά του μαθήματα, γνωρίζει την Γερμανικήν και την Γαλλικήν ας εσπούδασε κατά βάθος. Εκείνο όμως όπερ περισσότερον ενδιαφέρει ημάς τους Έλληνες είνε ότι ο ένδοξος ηττημένος των Ιωαννίνων ούτε Τούρκος είνε, ούτε Αλβανός, αλλά καθαρός Έλλην, ων απόγονος Ελλήνων αρνηθέντων την Ελληνικήν Θρησκείαν λόγω των καιρικών του έθνους μας συμφορών. Ο πάππος του κατήγετο εκ Μπούλτζου (σημερινή Ελάτη) του Ζαγορίου και η μάμμη του εκ Σουλίου. Κλείνω τούτο το άρθρο, αφιερωμένο στα εκατοστά δεύτερα «Ελευθερία» της πόλης των Ιωαννίνων, με την αναδημοσίευση ελάχιστων μόνο στίχων από τα ποίημα «ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ» του Άγγελου Σικελιανού. Δημο­σιεύτηκε και αυτό πρωτοσέλιδο στην εφ. ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ στις 23.2.1913. Το επινίκιο αυτό ποίημα, στο οποίο αποτυπώνεται καθαρά η εθνική συνείδηση του ποιητή, συμπεριλήφθηκε στον Στ’ τόμο του Λυρικού Βίου του Άγγελου Σικελιανού. Τους στίχους που ακολουθούν τους αφιερώνω στη μακαρία μνήμη των επώνυμων και ανώνυμων ελευθερωτών της πατρώας Ηπειρωτικής γης. … Η δόξα των ουρανών φανερώνεται ολάκερη Η μπαρούτη ευωδιάζει σα μοσκολίβανο. Τάγματα αγγέλων κατεβαίνουνε σαν καταρράχτες, με τις ρομφαίες ψηλά. Ο στρατός όλος γονατίζει. Ο ήλιος βασιλεύει. Όλα τα χείλη μουρμουρίζουν σαν την άμμο που πίνει των πλατιών κυμάτων τον αφρό. Μια γυναίκα γλιστράει σαν αύρα μπρος απ’ την όψη των πολεμιστών. «Η Παναγιά απ’ τα Γιάννενα! Εφάνη, εφάνη, εφάνη! Δε βγαίνει απ’ το κεφάλι της το άγιο στεφάνι». … Ο στρατός, με την ίδια σιωπή, σύσσωμος σηκώνεται και πορεύεται, ήσυχος, χωρίς μιλιά, στα παινεμένα Γιάννενα

zosimaia.gr